Home

 

 

Πολιτιστικὴ καὶ Κοινωνικὴ Κίνηση καὶ Ἐφημερίδα 
 Ε Π Α Λ Ξ Ε Ι Σ

Ζήνωνος 3, 10437

210-5230.948
210-5231.758
6936-901606 
epalxeis@otenet.gr

Διακονία κι όχι εξουσία

Διακονία κι όχι εξουσία

            Ζώντας μέσα στην αλλοπρόσαλλη, αντιφατική, αλληλοσυγκρουόμενη και καταναλωτική νεοελληνική κοινωνία και εισπνέοντας καθημερινώς τη δυσοσμία της πολιτικής και ηθικής σήψεως ευλόγως γεννάται μέσα μας το ερώτημα: Ποια άραγε να είναι η αιτία για το κατάντημα μας αυτό; Οι πολιτικοί μας, οι οποίοι είναι άσχετοι, αδιάφοροι, ακατάλληλοι, ακατάρτιστοι και προπαντός συμφεροντολόγοι, ή μήπως η ίδια η πολιτική, η οποία από μόνη της αμβλύνει συνειδήσεις, αλλοιώνει χαρακτήρες και διαφθείρει ακόμα και τιμίους ανθρώπους;

            Το ερώτημα αυτό δεν είναι τωρινό. Γεννήθηκε μαζί με την αρχική μορφή οργανωμένης κοινωνίας, γιατί απ’ τα πανάρχαια χρόνια πάντοτε υπήρχαν καταχρήσεις, αυθαιρεσίες, υπερβάσεις και όλα τα είδη της διαφθοράς. Σε όλες λοιπόν τις εποχές οι άνθρωποι έκαναν τα ίδια ερωτήματα. Και άλλοι μεν έριχναν την ευθύνη στους αναξίους και κακούς πολιτικούς, άλλοι δε στην ίδια την τέχνη της πολιτικής. Οι τελευταίοι μάλιστα ισχυρίζονται ότι, όπως τα πλούτη διαφθείρουν τον άνθρωπο, έτσι και η πολιτική δύναμη διαφθείρει όλους, όσοι ασχολούνται με τα κοινά.

            Πράγματι, είναι παρατηρημένο ότι πολλοί τίμιοι, καλοσυνάτοι και ταπεινοί άνθρωποι, μόλις αναλαμβάνουν κάποιο αξίωμα, αμέσως αλλάζουν ύφος και ήθος. Πριν από λίγα χρόνια, μάλιστα, πολλοί έλεγαν αστειευόμενοι: «Έγινε κάποιος θυρωρός ή εισπράκτορας; Πάει ο άνθρωπος… Χάθηκε. Το παίζει εξουσία». Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται ακόμα και μέσα στον κλήρο, όπου πολλοί τίμιοι, εργατικοί και ταπεινοί ιεροκήρυκες, μόλις εκλεγούν μητροπολίτες, δεν παραμένουν επίσκοποι αλλά γίνονται δεσποτάδες, τυραννικοί, αυταρχικοί και εξουσιαστικοί. Λέγεται, μάλιστα,  ότι τον προπερασμένο αιώνα, οι καρδινάλιοι στην Ρώμη, εξέλεξαν ως πάπα κάποιον φιλήσυχο, καλοκάγαθο και ταπεινό επίσκοπο για να τον έχουν καλύτερα του χεριού τους. Μόλις όμως το προβατάκι αυτό φόρεσε την παπική τιάρα και πήρε στα χέρια του την πατερίτσα, είπε εκείνο το γνωστό: «Sonoiopapa; Commandoio» (Είμαι εγώ ο πάπας; Διατάζω εγώ!). Ως γνωστόν ο πάπας αυτός, υπήρξε ο πιο αυταρχικός των τελευταίων αιώνων.

            Με όλα αυτά που προαναφέραμε, εύκολα μπορεί κανείς να αχθεί στο λανθασμένο συμπέρασμα, ότι η πολιτική είναι εκείνη που αλλοιώνει τους ανθρώπους και στη συνέχεια διαφθείρει την κοινωνία. Ο Μέγας Βασίλειος, όμως, λέει, ότι το άρχειν είναι δύναμη και ικανότητα που την έβαλε μέσα στον άνθρωπο ο Θεός και αποτελεί στοιχείο της εικόνος Του. Γι’ αυτό, ο Θεός όταν έφτιαχνε τον άνθρωπο είπε εκείνο το υπέροχο «και αρχέτωσαν». Μόνο που ο Μέγας Βασίλειος λέγει, ότι το άρχειν είναι λειτουργία της ψυχής του ανθρώπου που τον καθιστά ικανό να εξουσιάζει τα πάθη του και να κυριαρχεί πάνω στη φύση. Δεν  του δίνει όμως το δικαίωμα να εξουσιάζει άλλους ανθρώπους. Το «ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ ΣΟΥ ΚΥΡΙΕΥΣΕΙ»(Γέν. Γ, 16) είναι μεταπτωτικό γεγονός και απότοκο της αμαρτίας και όχι γέννημα της ευλογίας του Θεού.

            Πράγματι, εάν κάνουμε μια αναδρομή στις διάφορες περιόδους της ιστορίας του ανθρώπου, θα διαπιστώσουμε ότι η μεν ενασχόληση με τα κοινά, η πολιτική, δηλαδή, λειτουργία γεννήθηκε μέσα από την ανάγκη των ανθρωπίνων κοινωνιών για την ευκολότερη αντιμετώπιση διαφόρων κοινών δυσκολιών και κινδύνων και την ομαλότερη συμβίωση, η δε κατάχρηση της πολιτικής, δηλαδή της διακονικής λειτουργίας και η μετατροπή της σε εξουσιαστική και αυθαίρετη δύναμη, οφείλεται στην ανθρώπινη αμαρτία, πλεονεξία και φιλοδοξία. Όταν οι πρώτοι νομάδες εξέλεγαν τον πιο δυνατό ανάμεσα τους, του ανέθεταν να οργανώσει την κοινή άμυνα κατά των επιτιθεμένων θηρίων ή των άλλων εχθρικών φυλών. Το ίδιο γινόταν και αργότερα όταν σχηματίστηκαν οι πρώτες πόλεις, με την εκλογή των πρώτων πολιταρχών.

Σιγά – σιγά, όμως, και οι αρχηγοί των ομαδικών φυλών και οι πολιτάρχες, χρησιμοποιούσαν τη σωματική και πολιτική τους δύναμη όχι μόνο για την αντιμετώπιση των κοινών εχθρών αλλά και για την υποταγή των συμπολιτών τους στη δικιά τους εξουσία, για την αύξηση της πολιτικής τους δυνάμεως και της οικονομικής τους ευρωστίας. Έτσι, δημιουργήθηκαν οι κληρονομικές βασιλείες, οι δυναστείες, οι αυτοκρατορίες και όλες οι αυταρχικές και εκμεταλλευτικές εξουσίες. Επομένως, αυτού του είδους η πολιτική, η εξουσιαστική πολιτική και όχι η διακονική, ως γέννημα της αμαρτίας, της αδικίας και της φιλοδοξίας, είναι αιτία όλων των κακών.

            Όταν, όμως, η πολιτική παραμένει διακονική, ασκείται, δηλαδή, όχι προς κυριαρχία πάνω στους ανθρώπους αλλά προς υπηρεσία και πρόοδο της πόλεως και των πολιτών, τότε είναι ευλογία, παράγων ομαλής συμβιώσεως και αιτία ηθικής και κοινωνικής προκοπής. Αυτό αποδεικνύουν όλα τα παραδείγματα ευσεβών, δικαίων και τιμίων πολιτικών  από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, από τον Αριστείδη και τον Θεμιστοκλή μέχρι το Θεόδωρο Λάσκαρη και τον Ιωάννη Βατάτζη και μέχρι τον Γκάντι, τον Παπαναστασίου, τον Πλαστήρα.

            Δεν είναι, λοιπόν, αυτή καθεαυτή η πολιτική που ευθύνεται για το κατάντημα των πολιτικών και την κοινωνική κακοδαιμονία αλλά η κατάχρησή της και η μετατροπή της από διακονική λειτουργία σε αυταρχική και συμφεροντολογική εξουσία. Και αυτό συμβαίνει γιατί πολιτική και πολίτες δε χρησιμοποιούν τη δύναμη του άρχειν για να κυριαρχούν επί των παθών και επί των εναντίων δυνάμεων αλλά για να εξουσιάσουν τους άλλους ανθρώπους, προκειμένου να ικανοποιήσουν τα πάθη και τις ενδόμυχες παθολογικές φιλοδοξίες. Κατ΄ ουσίαν οι εξουσιαστές έχουν ήδη γίνει εξουσιαζόμενοι και εξαρτημένοι από πάθη, από ενάντιες δυνάμεις και από άλλα ισχυρότερα κέντρα εξουσίας. Και όσο η εξάρτησή τους είναι μεγαλύτερη τόσο και η καταπίεση πάνω στο λαό είναι ισχυρότερη. Κι αυτό δε συμβαίνει μόνο στους κατ΄ επάγγελμα πολιτικούς αλλά σε όλες τις μορφές εξουσίας. Οι γονείς θέλουν να εξουσιάζουν τα παιδιά, τα παιδιά τους γονείς, οι δάσκαλοι τους μαθητές και οι κληρικοί τους πιστούς. Εκεί που η εξουσία φτάνει στο αποκορύφωμά της είναι στις αιρέσεις και στις παραθρησκείες. Οι δάσκαλοι των αιρετικών και οι γκουρού δεν αρκούνται μόνο στη συμμόρφωση των «πιστών» τους στα κελεύσματά τους αλλά επιχειρούν με εγκληματικότητα να ελέγξουν πλήρως το νου τους και να τους μετατρέψουν σε πειθήνια όργανα των ορέξεών τους. Δυστυχώς, το παράδειγμά τους ακολουθούν και μερικοί ινδουϊζοντες ψευτοκαλόγεροι και ψευτοπνευματικοί, οι οποίοι τόσο κακό κάνουν στην Εκκλησία. Εννοείται ότι όλες αυτές οι μορφές της εξουσίας, αυταρχισμός, τυρεία, νεποτισμός, εκμεταλλευτική συμπεριφορά, παπισμός, δεσποτισμός, φασισμός κ.α. είναι καταδικασμένες και από τον ίδιο το Χριστό μας αλλά και από τους Πατέρες της Εκκλησίας.

         Εδώ, βεβαίως, γίνεται το μεγάλο λάθος από τους ευσεβιστές, τους ινδουϊζοντες χριστιανούς και τους ευθυνόφοβους, οι οποίοι θεωρούν την αποστροφή του Χριστού και των Πατέρων προς την εξουσιαστική συμπεριφορά ως γενική απαγόρευση κατά πάσης καλής επιθυμίας και αγαθής προαιρέσεως για ανάμειξη με τα κοινά. Δε προσέχουν, όμως, αυτό που είπε ο Χριστός στους μαθητές του: «ΟΣ ΑΝ ΘΕΛΗ ΕΝ ΥΜΙΝ ΜΕΓΑΣ ΓΕΝΕΣΘΑΙ, ΕΣΤΑΙ ΥΜΩΝ ΔΙΑΚΟΝΟΣ» (Ματθ. κ. 26). Δεν απαγόρευσε ο Χριστός μας την αγαθή επιθυμία κάποιου να ασχοληθεί με τα κοινά αλλά απαγόρευσε να κατακυριεύει, να κατεξουσιάζει και να εκμεταλλεύεται τους αδελφούς του. Σε αντίθεση, μάλιστα, με ό,τι γίνεται στα κοσμικά καθεστώτα, ο Κύριός μας συνέστησε στα μέλη της πολιτείας Του να είναι αλλήλων διάκονοι. Το ίδιο έκανε αργότερα και ο απόστολος Παύλος: «ΕΙ ΤΙΣ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣ ΟΡΕΓΕΤΑΙ, ΚΑΛΟΥ ΕΡΓΟΥ ΕΠΙΘΥΜΕΙ.»(Α. Τιμ. γ. 1), φτάνει να μην είναι πάροινος, πλήκτης, αισχροκερδής αλλά επιεικής, άμαχος, αφιλάργυρος (Α. Τιμ. γ. 3).    

                  Εγκληματούν, λοιπόν, όλοι οι ευσεβιστές και ψευτοκαλόγεροι, οι οποίοι αποτρέπουν τους Χριστιανούς να αναμειγνύονται με τα κοινά, με την πρόφαση ότι η πολιτική είναι από μόνη της αιτία κακών. Όλοι όμως, οι Πατέρες και οι τίμιοι διδάσκαλοι συνιστούν την ανάληψη από τους Χριστιανούς όλων των διακονιών, πνευματικών, κοινωνικών ή πολιτικών, και την επιτέλεσή τους με υπευθυνότητα, σύνεση και φόβο Θεού, όπως ακριβώς έπραττε και ο πρώτος πρωθυπουργός της πρώτης χριστιανικής κοινότητος, ο αρχιδιάκονος και πρωτομάρτυρας Στέφανος. Απλώς, οι Πατέρες, θέλοντας να προφυλάξουν τους Χριστιανούς από τον κίνδυνο δελεασμού τους από τα θέλγητρα της εξουσίας, συνιστούν την ταπείνωση και όχι το αυτόκλητον αλλά το θεόκλητον ή το ετερόκλητον. Να μην αγωνίζεται δηλαδή ο καθένας μας να επιβληθεί πάνω στους άλλους με τον ισχυρισμό ότι αυτός θα τα κάνει καλύτερα από τους άλλους, αλλά αφού κάνει γνωστές τις ικανότητές του να αφήσει τους άλλους να τον καλέσουν και να τον εκλέξουν στη θέση για την οποία κρίνεται ικανός.

Επομένως, αγαπητοί μας αναγνώστες, θα έπρεπε όλοι να ασχολούμεθα υπεύθυνα με την πολιτική και να προωθούσαμε αλλά και να στηρίζαμε τιμίους, δικαίους και ταπεινούς ανθρώπους να μας κυβερνούν και όχι εξουσιαστές και αλλοπρόσαλλους και ανεύθυνους επαγγελματίες ψευτοπολιτικούς. Χρειαζόμαστε, λοιπόν, ανθρώπους για διακονία και όχι για εξουσία.

Β. Τσούπρας